Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Σάρκα και Πνέμα

    Κοίταζα στο γλυκό φως του καντηλιού την ασκητικιάν αντρίκεια μορφή του Χριστού, ξέκρινα τα κοντυλένια χέρια του που κρατούσαν σφιχτά τον κόσμο και δεν τον άφηναν να πέσει στο χάος κι ήξερα πως, απάνω στη γης, όσο ζούμε, τούτος δεν είναι το λιμάνι όπου αράζεις, είναι το λιμάνι απ' όπου ξεκινάς, ξανοίγεσαι σε άγρια τρικυμισμένη θάλασσα και μάχεσαι ολοζωής ν' αράξεις στο Θεό. Δεν είναι ο Χριστός το τέλος, είναι η αρχή. Δεν είναι το “Καλώς όρισες!” είναι το “Καλό ταξίδι!”. Δεν κάθεται αναπαμένος σε μαλακά σύννεφα, θαλασσοδέρνεται κι αυτός μαζί μας, με τα μάτια στηλωμένα ψηλά στο βορράστρι και κρατάει το τιμόνι. Γι' αυτό μου αρέσει, γι' αυτό θα πάω μαζί του.
    Ότι απάνω απ' όλα με γοήτευε και μού 'δινε κουράγιο ήταν πως ο άνθρωπος που βρίσκουνταν μέσα στο Χριστό ξεκίνησε, με τί παλικαριά κι αγώνα, με πόση παράφορη ελπίδα, να φτάσει στο Θεό, να σμίξει μαζί του, να γίνουν αξεδιάλυτα ένα. Άλλος δρόμος να φτάσεις στο Θεό δεν υπάρχει. Ετούτος μονάχα. Να μάχεσαι, ακολουθώντας τα αιματωμένα χνάρια του Χριστού, να μετουσιώνεις τον άνθρωπο μέσα σου, να γίνει πνέμα, να σμίξει με το Θεό.
    Η δυαδική αυτή υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ ανεξερεύνητο μυστήριο. Η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό – ή, πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτιστεί μαζί του. Η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πηγές μεγάλες.
    Από τη νεότητά μου, η πρωταρχική αγωνία μου, απ' όπου πήγαζαν όλες μου οι χαρές κι όλες μου οι πίκρες, ήταν τούτη: η ακατάπαυστη ανήλεη πάλη ανάμεσα στο πνέμα και στη σάρκα.
   Μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες σκοτεινές δυνάμεις του Πονηρού. Μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες δυνάμεις του Θεού. Κι η ψυχή μου ήταν η παλαίστρα όπου οι δύο ετούτοι στρατοί χτυπιούνταν κι έσμιγαν.
    Αγωνία μεγάλη. Αγαπούσα το σώμα μου και δεν ήθελα να χαθεί. Αγαπούσα την ψυχή μου και δεν ήθελα να ξεπέσει. Μάχουμουν να φιλιώσω τις δύο αυτές αντίδρομες κοσμογονικές δυνάμεις, να νιώσουν πως δεν είναι οχτροί, είναι συνεργάτες, και να χαρούν, να χαρώ κι εγώ μαζί τους, την αρμονία.
    Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος, σάρκα και πνέμα. Νά γιατί το μυστήριο του Χριστού δεν είναι μονάχα μυστήριο μιας ορισμένης θρησκείας, είναι πανανθρώπινο. Σε κάθε άνθρωπο ξεσπάει η πάλη Θεού κι ανθρώπου και συνάμα η λαχτάρα της φίλιωσης. Τις περισσότερες φορές η πάλη αυτή είναι ασύνειδη, βαστάει λίγο, δεν αντέχει μια αδύνατη ψυχή ν' αντιστέκεται καιρό πολύ στην σάρκα. Βαραίνει, γίνεται κι αυτή σάρκα, κι ο αγώνας παίρνει τέλος. Μα στους υπεύθυνους ανθρώπους που έχουν μερόνυχτα καρφωμένα τα μάτια τους στο ανώτατο Χρέος, η πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα ξεσπάει χωρίς έλεος και μπορεί να βαστάξει ως το θάνατο.
    Όσο πιο δυνατή η ψυχή κι η σάρκα, τόσο κι η πάλη πιο γόνιμη κι η τελική αρμονία πιο πλούσια. Δεν αγαπάει ο Θεός τις αδύναμες ψυχές και τις πλαδαρές σάρκες. Το πνέμα θέλει να παλέψει με δυνατή, γεμάτη αντίσταση σάρκα. Είναι πουλί σαρκοβόρο, που ακατάπαυτα πεινάει, τρώει σάρκα και την εξαφανίζει αφομοιώνοντάς τη.
   Πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα, ανταρσία κι αντίσταση, φίλιωση κι υποταγή, και τέλος, ανώτατος σκοπός της πάλης, η ένωση με το Θεό, να ο ανήφορος που πήρε ο Χριστός και μας καλεί να πάρουμε κι εμείς, ακολουθώντας τα αιματωμένα του αχνάρια.

 
Απόσπασμα απ' το βιβλίο "Αναφορά στον Γκρέκο", Ν. Καζαντζάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου