Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρω Βαμβουνάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρω Βαμβουνάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Η Ζώνη των Μυστηρίων, Μάρω Βαμβουνάκη

Κι όμως, είναι μυστήριο... Και το μυστήριο συνηθίζει να παραμένει μυστήριο, κι όσοι αδυνατούμε να το αντέξουμε ως τέτοιο, θα καταφεύγουμε πάντα, από ανασφάλεια, σε εξηγήσεις φτωχές, βεβιασμένες, αφελείς, που όμως δεν το καλύπτουν, κι εντέλει μας αφήνουν ανικανοποίητους και ταραγμένους. Αν δεν υπήρχαν τα μυστήρια να σαγηνεύουν με τα δίχτυα τους τις ψυχές μας, τα κορμιά μας, προς τον δικό τους σκοτεινό πόλο, η ανθρωπότητα θα είχε εξαφανιστεί, θα είχε σβήσει από πλήξη και μονοτονία θανάσιμη. Θέλει γενναιοφροσύνη και ταπείνωση να αποδέχεται κανείς πως υπάρχει η Ζώνη των Μυστηρίων. Δύσκολα τα δεχόμαστε όμως με σεβασμό, με την αποδοχή του άλυτου, πως δηλαδή υπάρχουν απαγορεύσεις στην νόηση και την κατανόησή μας, πως η γνώση του μυαλού είναι φτωχότερη από την πίστη. Γιατί είμαστε εγωιστές αλλά, ακόμη περισσότερο, είμαστε ανασφαλείς, ίσως μάλιστα τα δύο τούτα πάντα να ζευγαρώνουν. Το αίνιγμα που δεν μας λύνεται το μισούμε, στην ανάγκη θα το καταστρέψουμε, προκειμένου να κοιτάξουμε τι κρύβει μέσα του, έτσι όπως τα μικρά παιδιά τσακίζουν με πέτρα μια ωραία γυάλινη μπίλια. Πρέπει να εκμαιεύουμε, να επινοούμε οπωσδήποτε κάποιες απαντήσεις, για να νομίζουμε, να φανταζόμαστε ότι ελέγχουμε όλα όσα μας συμβαίνουν, όσα μελλοντικά θα συμβούν. Πάντοτε ο άνθρωπος αγωνιούσε να προμαντεύει για να ελέγχει το αύριο, όταν ούτε το σήμερα δεν είναι σε θέση να ελέγχει. Είναι τρόμος μέγας να αφήνεσαι στον γκρεμό του ανεξήγητου. Πολύ περισσότερο να το απολαμβάνεις.

Κι έτσι, η ανθρωπότητα έχει πνιγεί στα βιβλία, στα τετράδια, στις πληροφορίες, στις στατιστικές, στις φιλοσοφίες, στις θεωρίες και τις απόψεις τις φλύαρες, τις στεγνές και αλαζονικές στην παντογνωσία τους, τις αληθοφανείς αλλά όχι αληθινές. Θαυμάζουμε την επιχειρηματολογία τους και σε λίγο τις ξεχνάμε. Η ζωή, η ζώσα σπαραχτική ζωή, επιμένει ακατανόητη στα σοβαρότερά της φαινόμενα. Κι εμείς πάντα άποροι και μόνοι, σαν κλαράκια στη θύελλα, όταν μας παίρνουν από κάτω τα συναισθήματά μας. Ο υποσυνείδητος κόσμος παραμένει ένας θαλάσσιος κόσμος απύθμενος κάτω από τα επιπλέοντα νησάκια του συνειδητού.


Απόσπασμα από το βιβλίο: Χορός Μεταμφιεσμένων, Μάρω Βαμβουνάκη

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Σε συγχωρώ, Μάρω Βαμβουνάκη

Υπάρχουν τα συγχωρώ τα γεμάτα έπαρση.
Εννοούν: εγώ ο καλότατος, ο γενναιόκαρδος, ο άριστος, ο ακομπλεξάριστος, συγχωρώ βέβαια εσένα, ο οποίος, σαν μυρμήγκι που είσαι, τι βλάβη θα μπορούσες να μου προξενήσεις...

Υπάρχουν τα συγχωρώ του καλόπαιδου του Θεού!.
Δες, Θεέ μου, πόσο εντάξει δούλος Σου είμαι, πόσο καλός μαθητής, Σε υπακούω, ακολουθώ τις διδαχές Σου, μιμούμαι το παράδειγμά Σου, και φρόντισε να με ανταμείψεις σύντομα.

Υπάρχουν τα συγχωρώ τα πανεύκολα.
Τώρα πλέον που το πρόβλημα το οποίο μου προκάλεσες δεν υφίσταται -εσύ με απάτησες μεν, αλλά εγώ τώρα βρήκα έναν άλλο πανέμορφο και πλούσιο άντρα, ευτυχώς δηλαδή που με απάτησες και σώθηκα, άνοιξαν τα ματια μου-, σου απευθύνω ένα μεγαλειώδες "σε συγχωρώ"! Καμαρώνω μειώνοντάς σε. Προσφέρω συγγνώμη άκοπη, χωρίς κόστος, χωρίς θυσία, με αυταρέσκεια. Κυρίως δε στοιχίζει, δεν πονάει διότι όλες οι συνθήκες άλλαξαν, αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που σε συγχωρώ.

Και ασφαλώς, το πιο συνηθισμένο, υπάρχουν συγχωρώ που δεν τα εννοούμε. Τα πετάμε αμέσως, επιπόλαια, τυπικότατα, άδεια σαν φακέλους δίχως επιστολή μέσα, σαν φέιγ βολάν διαφήμισης, σαν ένα ψυχαναγκαστικό και κούφιο χαιρετισμό. Οι ψυχαναγκασμοί είναι πάντα κούφιοι. Μιμούνται ένα περιεχόμενο, αλλά είναι κενοί.
"Τι κάνετε;"
"Καλά! Εσείς;"
"Κι εμείς καλά!"
"Χαίρετε!"
"Πολύ καλημέρα σας!"
"Επίσης!"
"Τα όμοια!"
Ούτε καλά είμαστε, ούτε να χαίρεστε εσείς έχουμε όρεξη, ούτε να είναι καλή η μέρα σας ευχόμαστε όταν εμείς περνάμε μια τόσο ζόρικη μέρα. Τα επίσης δεν έχουν αντιστοιχίες, τα όμοια εννοούν εντελώς ανόμοια. Έτσι άστοχα λέμε τα συγχωρώ, ιδίως άμα θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον που θεωρεί χρέος του να ζητάει συγγνώμες, προκειμένου να κοινωνήσει για παράδειγμα, και οφείλει να συλλαβίσει λέξεις: "Συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό".

Αξία έχει να μπορείς να συγχωρείς εκείνον που σε πόνεσε, ενώ ο πόνος διαρκεί και καίει. Η πιο αληθινή, η πιο σπαραχτική συγγνώμη που δόθηκε ποτέ ήταν η συγγνώμη πάνω σε σταυρό από έναν αιμορραγούντα νεαρό σταυρωμένο. Τότε μόνο. Ενόσω υποφέρεις από την αδικία που σου έγινε να συγχωρείς, να το εννοείς με καθαρή καρδιά  για εκείνον που σε αδίκησε. Να συγχωρείς διότι καταλαβαίνεις ίσως την πρόθεσή του τη διαφορετική από την πράξη του. Διότι υποψιάζεσαι το "δεν ξέρει τι κάνει"...
Διότι δέχεσαι πως είναι πλάσμα ατελές και ταλαίπωρο ακριβώς όπως εσύ, πέφτει σε λάθη από αδυναμίες και ανοησίες προπατορικές. Το σπουδαιότερο, διότι δέχεσαι ότι κι εσύ έχεις πράξει ακόμη χειρότερες αδικίες, ακόμη πιο επίκίνδυνες κουταμάρες, ασυναισθησίες αλλά και αναισθησίες με εγωισμό εξωφρενικό. Τότε μετράει. Τότε συγχωρείς, τότε λύνεις δεσμά και αποδεσμεύεσαι. Πονώντας.


Απόσπασμα απ' το βιβλίο: Σιωπάς για να ακούγεσαι, Μάρω Βαμβουνάκη

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Η Μοναξιά Είναι Από Χώμα, Μάρω Βαμβουνάκη

Σ' αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω. Στο εδώ είναι το παντού και στο καθετί τα πάντα. Είμαι ήσυχη και κίνδυνο δεν έχω. Γιατί τον πόνο και τη χαρά αρχίζω να τη δέχομαι με την ίδια ευγνωμοσύνη, το μικρό και το μεγάλο με την ίδια έκπληξη κι όλα τα πλάσματα ν’ αποδέχομαι με τον ίδιο σεβασμό, ακόμα κι εμένα. 

Το τίποτα και το όλα αρχίζω να κοιτώ σαν όψεις του ίδιου νομίσματος που δίχως τη μιαν όψη είναι κίβδηλο. Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα! Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περίσσια. Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σ’ απαιτώ δικό μου. Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου. Ακόμα κι αν κοντά σε άλλην είσαι καλά, εγώ πάλι θα χαίρομαι όπως να ήσουν μαζί μου. 

Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το «σ’ αγαπώ» μου που δεν έχει ανάγκη καμιά ούτε καν γι ανταπόδοση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες, να τ’ ακούς. Φτάνει να το θες. 

Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι. Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.

Εσύ καλέ μου μου δίδαξες σκληρά την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σ’ απαιτεί, να σε διεκδικεί. Η αγάπη δεν είναι κατά περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει. 

Όχι καλέ μου , εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάζονται κι εγώ τώρα μεταλλάζω τον απάνθρωπο έρωτά μου σ’ αγάπη φιλάνθρωπη. 

Δε θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δε φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει. Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ έχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σ’ απαλάσσω από μένα. Σ’ αγαπώ αληθινά και δε σε φοβάμαι! Αρχίζω να εμπιστεύομαι τη ζωή και να μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας; Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.

Aπόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη «Η μοναξιά είναι από χώμα».

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Ο ανθρωπισμός του Ιεροεξεταστή

Ο Χριστός έχει σε τόση εκτίμηση τον άνθρωπο που του επιτρέπει να κάνει λάθη, να κάνει ακόμη και το κακό. Τίποτα δεν έχει αξία από όσα επιλέγεις αν δε σου επιτρέπεται το κακό. Επειδή σε αγαπά απέραντα, επιθυμεί να είσαι ελεύθερος. Είναι ο μονόδρομος της αγάπης αυτό. Για τον Χριστό ο άνθρωπος αξίζει να αποδεχθεί πως ειναι προικισμένος με ελεύθερη βούληση, με την ευχέρεια δηλαδή να αμαρτάνει ανεμπόδιστα. Για τον ανθρωπιστή όμως Ιεροεξεταστή αυτό δεν είναι προικιό, είναι κατάρα. Δεν είναι ανακούφιση, είναι βάναυση σκληρότητα. Αν ο Χριστός ήταν καλόκαρδος δεν θα εγκατέλειπε τον άνθρωπο στην άγρια έρημο της ελεύθερης βούλησης. Ακόμη και ο ίδιος ο Ιησούς έφυγε στην ερημιά να παλέψει με τον πειρασμό, που με δώρα τον δελεάζει. Είναι βαρύ το προνόμιο να επιλέγεις ελεύθερα το ποιος είσαι και τι θα την κάνεις τη ζωή σου. Γι' αυτό οι περισσότεροι το σβήνουμε απ' τη συνείδησή μας, προτιμούμε να μένουμε εξαρτημένοι από πρόσωπα και καταστάσεις και ταυτόχρονα να παραπονιόμαστε ηδονικά για τα εμπόδια και τις ατυχίες μας. Γι' αυτό και ο Ιεροεξεταστής, που πονάει τον άνθρωπο, ξέρει να τον αγαπάει ως αδύνατο, όχι ως δυνατό. Ξέρει να τον οικτίρει και να του χαϊδεύει τη μεμψιμοιρία. Δε δέχεται τη φριχτή αναγκαιότητα του πόνου και της σταύρωσης, τον διατηρεί στην νηπιακή του ηλικία. Του προσφέρει αυτό που η θλιβερή ανωριμότητα επιζητά: τον απαλλάσσει απ' την ευθύνη! Ξέρει πως ο άνθρωπος λαχταρά να εξουσιάζεται, να προσκυνά αρχηγούς που αποφασίζουν για λογαριασμό του. Η ιστορία αποδεικνύει ότι τα πλήθη φανατικά δοξάζουν τον τύραννο που τους αντιμετωπίζει ως νήπια, τα περιορίζει στο λίγο της ψυχής και στο πολύ των ενστίκτων γιατί "ξέρει το καλό τους!"

Ο Ιεροεξεταστής θα προσφέρει στον κόσμο όσα πρόσφερε στον Ιησού ο σατανάς κι εκείνος αρνήθηκε: το Θαύμα, το Μυστήριο και το Κύρος.

Το Θαύμα θα το προσφέρει ως μαγεία, ως γοητεία και αιφνιδιασμό που αποσβολώνει. Το Μυστήριο ως απαλλαγή από τη διάκριση και το μόχθο της, αφού η γνώση και η λογική θα προσφέρονται σε κονσέρβες και κλισέ. Και το Κύρος θα το χαίρεται μέσα στο συμπαγές πρόσωπο της αγέλης, ως μέλος, ως "γενικοάνθρωπος" που λέει και ο αντιήρωας του Ντοστογιέφσκι στο Υπόγειο.

Αν ο Χριστός προσφέρει στον άνθρωπο πόνο, ο Ιεροεξεταστής θα προσφέρει φόβο. Φόβο που αδυνατίζει την κρίση, που χειραγωγεί. Οι ειδήσεις για τον έξω κόσμο θα μαθαίνονται απειλητικές, δυσοίωνες, έτσι που να αισθάνεσαι και ανασφαλής για το αύριο και ασφαλής που κάθεσαι εκεί όπου κάθεσαι. Ακίνητος! Όλα θα είναι ήσυχα και ακίνητα, μια και θα πείθεσαι ότι η θέση του δούλου είναι ασφαλέστερη από εκείνη του αφεντικού με τους μπελάδες που επωμίζεται. Δούλοι σε όλα, από ανασφάλεια λοιπόν, στην εργασία, στην εκπαίδευση, στον έρωτα.

Απόσπασμα από το βιβλίο " Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα", Μάρω Βαμβουνάκη

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Ανθρώπινος Άνθρωπος

Είναι στην ανθρώπινη φύση ο πόλεμος ανάμεσα στο φωτεινό και το σκοτεινό, στην αρρώστια και την καθαρότητα. Αυτή η πάλη, και η δική της έκβαση, είναι που σμιλεύει τον άνθρωπο ανθρώπινο, που πλάθει το κτήνος των ενστίκτων σε πρόσωπο, ακόμη και σε άγιο κάποιες, σπάνιες φορές. Τι αξία άλλωστε θα είχε μια άψογη προσωπικότητα, που ποτέ δε διέσχισε λαχανιασμένη τα λασπωμένα δάση των παθών της, που δεν αναμετρήθηκε με τα δαιμόνια της; Καμιά ενοχή για όσα αισθανόμαστε, για όσα μας ωθούν. Στο τι από αυτά επιλέγουμε να ποτίσουμε βρίσκεται η ευθύνη μας.

                                                                                                         Μάρω Βαμβουνάκη


Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Συνενοχή της αγάπης, Μάρω Βαμβουνάκη


Η απόλυτη αγάπη είναι ακραία απαιτητική, συντριπτική -αυτή είναι η λέξη- και γι' αυτό ανέφικτη. Η αγάπη, μια τέτοια αγάπη, σπανίως βιώνεται. Η αγάπη κυρίως ως ευχή, ως προσδοκία και ιδανικό αντιμετωπίζεται, διότι δεν είναι απλό όντως ν' αγαπάς άνευ όρων, απόλυτα, αφοσιωμένα, πιστά, θυσιαστικά, τέλεια. Πάντα ο εγωισμός θα έρχεται και θα νερώνει το κόκκινο σαν αίμα κρασί της αγάπης μας και θα την κάνει πιο ανεκτή, πιο ανεκτική, συμβιβασμένη, αλλά και πιο ανεπαρκή, ανικανοποίητη.

Σαν αίμα...

Διότι η αγάπη, από την ώρα που συμπάσχει, πάσχει. Απ' τη στιγμή που συμπονά, πονά. Απ' τη στιγμή που μοιράζεται, ευθύνεται. Κι όταν πάσχεις, πονάς κι ευθύνεσαι, αναλαμβάνεις και την αμαρτία του άλλου. Μπορείς να προσφερθείς ως εξιλαστήριο θύμα αντ' αυτού. Να εξαγοράσεις, ας πούμε, την ποινή του παιδιού σου, την ποινή του πατέρα σου, την αμαρτία μιας πατρίδας, μιας επαναστάσης.
Καμιά εξαγορά αμαρτιών των άλλων δεν υπήρξε περισσότερο κορυφαία από εκείνη που ο Ιησούς, αμνός, γιος του Θεού, ων απολύτως αθώος, εκούσια ανέλαβε για τον κόσμο, κόσμο που είχε φτάσει στην αιχμή της παράνοιας και της σκληρότητας, και κινδύνευε, όχι να αυτοτιμωρηθεί ασφαλώς, αλλά να αυτοκαταστραφεί και να χαθεί. Μοναχογιός του Παντοδύναμου, εξοπλισμένος με τη δύναμη του παντελώς αδύνατου, εγκαταλείπεται στα νύχια διεφθαρμένων δικαστηρίων, στο αιμόφυρτο μαρτυρικό τέλος για εγκλήματα ψευδομαρτύρων. Χωρίς ούτε μια λέξη αυτοϋπερασπισης στα χείλη του. Σιωπηλός, μια και η απόφαση της θυσίας είχε ήδη, και πριν από την σπαραχτική προσευχή στη Γεθσημανή, ληφθεί.

Υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο από αυτό της Σταύρωσης του Γολγοθά; Από τα επακόλουθά του; Από το χυμένο αίμα που χύνεται τέλειο, για να ξεπλυθεί ο κόσμος, καθαρός πάλι, από την αρχή; Το αίμα του πιο αθώου για τους πιο ενόχους, του πιο αγνού για τους πιο υποκριτές, αρνί εν μέσω λύκων, κι εδώ βρίσκεται το μυστηριώδες μεγαλείο της ευθύνης και της αγάπης. Ευθύνη όχι μονάχα για δικά μου εγκλήματα, συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά για εγκλήματα του άλλου που αγαπώ. Για να ξεκινήσει ξανά, σε δεύτερη ευκαιρία και σε νέα ελευθερία -ακόμη κι απ' το θάνατο ελευθερία- ο άνθρωπος, έχοντας μηδενίσει το ασήκωτο βάρος, το στοιβαγμένο από το παρελθόν.

Τόσο δίκαιος άδικος θάνατος έχει ξαναγίνει;

Για να μάθουμε ίσως πως πέρα και πάνω από το δίκαιο υπάρχει κάτι πιο δίκαιο: το έλεος. Η απεραντοσύνη της καλοσύνης που ψιθυρίζει -σε όλους μας κι ας μην αντέχουμε να το ακούσουμε- πίσω απ' τη συνείδηση: Για να υποφέρει κάποιος απόψε κάπου στη γη, φταίω κι εγώ.

Μάρω Βαμβουνάκη, απόσπασμα απ' το βιβλίο "Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα"

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Η ζωή θέλει... θαρραλέα σοφία, Μάρω Βαμβουνάκη

  Ποτέ δεν θέλω να υποτιμήσω -με εκείνη τη δειλή υποτίμηση, που δόλια προσπαθεί να παρηγορήσει τον εγωισμό- ένα πλάσμα που με έκανε κάποτε να το αγαπήσω. Κι ας με απογοήτευσε μετά, ας το απογοήτευσα μετά. Ακόμη κι αν στις ώρες του μεγάλου πόνου και της μεγάλης προσβολής το κατηγόρησα και μέσα μου και σε άλλους, για παυσίπονο και πρώτες βοήθειες, πάλι τελικά δεν το υποτιμώ. Για να καταφέρει τότε, στην αρχή, να με κερδίσει, να με βάλει να ελπίζω στο φοβερό αιώνιο, θα πει πως διαθέτει δυνάμεις -πάνω μου, έστω, δυνάμεις- που αξίζουν να σέβομαι και να ευγνωμονώ.
  Ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα ένα πράγμα, είμαστε σύνθετοι, πολυπρόσωποι και πολυδαίδαλοι. Το γεγονός ότι κάποιος σου φανέρωσε αργότερα ακόμη και αποτρόπαιες πτυχές του, αποτρόπαιες δικές σου ίσως πτυχές, δεν σημαίνει πως δε διαθέτει και τα αγγελικά στοιχεία που κάποτε σ' αυτόν ανακάλυψες και ερωτεύτηκες.
  Έχει αξία να τιμούμε τόσο τις ιστορίες μας όσο και τις προϊστορίες μας. Η ζωή, για να έχει ποιότητα, για να έχει προοπτική, θέλει μεγαλοψυχία, αρχοντιά, θέλει θαρραλέα σοφία.

  Κι ύστερα, κάποιος φίλος στην ομάδα παρατήρησε κάτι εξαιρετικό. Ότι οι σχέσεις του υπολογισμού, είπε, οι σχέσεις με πλάνο, διαθέτουν άλλη ευελιξία και άλλες προαποφασισμένες ελαστικές ανοχές. Μοιάζουν με την ελαστική συνείδηση εκείνου που έχει σχεδιάσει ένα συγκεκριμένο σενάριο για το συμφέρον του. Κατά την εξέλιξη του σεναρίου οι ευαισθησίες μειώνονται, οι αβαρίες είναι απαραίτητες.
  Αν για τους δικούς της λόγους μια γυναίκα εκείνο που περισσότερο επιδιώκει είναι η ασφάλεια και η οικονομική κάλυψη, αλλιώς θα αντιμετωπίσει την απιστία του άντρα της από τη γυναίκα που είναι σπαραχτικά ερωτευμένη με τον δικό της. Ο άντρας, που γύρεψε πρωτίστως μια νοικοκυρά για να παντρευτεί, δεν θα πληγωθεί άσχημα αν στο κρεβάτι τους η σύζυγος δεν δείχνει να τον θέλει με τρέλα.
  Ωστόσο, οι μεγάλοι έρωτες είναι εύθραυστοι σαν κλωναράκια φρέσκα, είναι εύθικτοι, είναι ευάλωτοι στην απογοήτευση. Με αυθορμητισμό παραδίδονται σε όσα αποκαλύπτονται, και αντιδρούν υπερευαίσθητα, σαν το γυμνό σωματάκι του σαλίγκαρου που ακουμπάς ανεπαίσθητα με ένα κλαδί. Οι μεγάλοι έρωτες και με το ελάχιστο νέο σημάδι αναστατώνονται, τρομάζουν την απόρριψη, υποφέρουν όταν το ταίρι τους πέσει από το ύψος όπου το θαυμάζουν. Οι ισορροπίες εδώ δεν έχουν δίχτυ ασφαλείας κάτω από το σχοινί του σχοινοβάτη πόθου. Οι μεγάλοι έρωτες αξιώνουν το απόλυτο και δεν αντέχουν να συμβιβαστούν. Το τραύμα των συμβιβασμών, το οποίο απαιτεί μια κοσμική σχέση για να συνεχίσει, προκαλεί αιμορραγίες ακατάσχετες, θανάσιμες για τις απόλυτες αγάπες.


Απόσπασμα απ' το βιβλίο: Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα, Μάρω Βαμβουνάκη